αυτογέννητος

αυτογέννητος
ος , ον см. αυτογενής

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "αυτογέννητος" в других словарях:

  • αυτογέννητος — αὐτογέννητος, ον (Α) αυτογενής …   Dictionary of Greek

  • αὐτογέννητος — with her own child masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτογέννητον — αὐτογέννητος with her own child masc/fem acc sg αὐτογέννητος with her own child neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτογεννήτου — αὐτογέννητος with her own child masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτογεννήτῳ — αὐτογέννητος with her own child masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτογέννητα — αὐτογέννητος with her own child neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτογέννητοι — αὐτογέννητος with her own child masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτογέννητ' — αὐτογέννητα , αὐτογέννητος with her own child neut nom/voc/acc pl αὐτογέννητε , αὐτογέννητος with her own child masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απάτωρ — ἀπάτωρ ( ορος), ο (AM) [πατήρ] 1. ο χωρίς πατέρα, ο ορφανός από πατέρα 2. (για θεότητες) χωρίς πατέρα, αυτογέννητος «αὐτοπάτωρ, ἀπάτωρ» (Ορφικά), «ἀπάτωρ, ἀμήτωρ» (Νόννος) 3. (για τον Χριστό) «ἀπάτωρ κάτω, ἀμήτωρ ἄνω» χωρίς επίγειο πατέρα, χωρίς… …   Dictionary of Greek

  • αυτογεννητικός — αὐτογεννητικός, ή, όν (Α) [αυτογέννητος] ο σχετικός με την αυτόματη γένεση, την αυθυπαρξία …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»